Στο τρέχον τεύχος της ATHENS VOICE, διαβάζω πως όταν ο μουσικοκριτικός Μάκης Μηλάτος ρώτησε πρόσφατα τον Γιώργο Χατζιδάκι για την εμπειρία του από τη διανομή της δισκογραφίας του Μάνου Χατζιδάκι μέσω εφημερίδας, εκείνος του απάντησε ότι «δυστυχώς, έφτασε σε πολύ κόσμο». Και συνέχισε, λέγοντας πως «όλοι ξέρουμε ότι η πραγματική τέχνη δεν τα ’χει καλά με τον πολύ κόσμο, γιατί μπορεί να γίνει ένα χαλινάρι που τραβάει συνέχεια προς τη λάθος κατεύθυνση…».

Ο τρόπος διαχείρισης του μουσικού «ενεργητικού» του Μάνου Χατζιδάκι από τον εξ υιοθεσίας κληρονόμο του έχει συχνά αποτελέσει αντικείμενο επικρίσεων, αλλά η συγκεκριμένη δήλωση πάει τα πράγματα ακόμη πιο πέρα, καθώς θέτει ζήτημα έγκρισης όχι μόνο για τους ερμηνευτές αλλά ακόμη και για το κοινό του εκλιπόντος συνθέτη.

Ο Μάνος Χατζιδάκις προτιμούσε να μείνει στην ιστορία περισσότερο ως ο συνθέτης της ύστερης μουσικής περιόδου του και όχι ως εκείνος, που έγραψε δεκάδες τραγούδια, τα οποία έγιναν γνωστά κυρίως από τον Ελληνικό κινηματογράφο και τραγουδιούνται ακόμα. Απ’ όσο ξέρω, όμως δεν έκανε ποτέ δήλωση αποκήρυξης του κοινού, που προτιμούσε την πιο «ελαφρά» μουσική παραγωγή του. Η ενασχόλησή του με την διεύθυνση του Τρίτου Προγράμματος της ΕΡΤ και του περιοδικού «ΤΕΤΑΡΤΟ», αργότερα, δείχνει ότι αγωνιούσε να μοιρασθεί την σκέψη του και τις δημιουργίες του με ένα κοινό όσο το δυνατόν ευρύτερο. Και δεν θα μπορούσε να είναι αλλιώς. Ο Θεοδωράκης, ο Χατζιδάκις, ο Ξαρχάκος, ο Μαρκόπουλος, ο Μούτσης κι οι άλλοι μεγάλοι μεταπολεμικοί μουσικοσυνθέτες προσπάθησαν συνειδητά με την μουσική τους να προσφέρουν στο σύνολο της Ελληνικής κοινωνίας συνολική παιδεία και καλλιέργεια αισθητηρίου. Όπως ήταν βέβαιοι για τον εαυτό τους και την τέχνη τους, ήταν βέβαιοι και για το ότι μπορούσαν να φέρουν στα χείλη του καθενός μεγάλους ποιητές. Και το κατάφεραν, γιατί, μακριά από κάθε ελιτισμό, πίστευαν ότι μέσα από την τέχνη τους μπορούσαν να εξοικειώσουν τις μάζες με τα υψηλά ή κρυφά νοήματα, την δύσκολη ποίηση, την σύγχρονη ζωγραφική, που έβαζαν στα εξώφυλλα των δίσκων τους.


Ο ρόλος και η λειτουργία της τέχνης στις σύγχρονες κοινωνίες δεν είναι μόνον η προσφορά αισθητικής απόλαυσης αλλά είναι και βαθιά παιδευτικός. Με γνώση, πείσμα και αυτοπεποίθηση, οι πνευματικοί άνθρωποι και οι καλλιτέχνες αυτοί σήκωσαν από την μιζέρια και το τέλμα την Ελληνική κοινωνία, που είχε βγει τραυματισμένη, αρχικά, από την Κατοχή και τον εμφύλιο και, αργότερα, από την δικτατορία.

Η Ελληνική κοινωνία κείτεται και σήμερα τραυματισμένη από άλλα δεινά, που ακόμα τρέχουν και την επιβαρύνουν. Οι καλλιτέχνες κι οι διαχειριστές της πολιτιστικής μας κληρονομιάς έχουν υποχρέωση να της προσφέρουν ευκαιρίες και ερεθίσματα για έξαρση και συναδέλφωση, αντί να φτιάχνουν στεγανά και αποκλεισμούς. Οι καλλιτέχνες του δρόμου, οι νέοι, που αφουγκράζονται τον παλμό της κοινωνίας και τον μετουσιώνουν πότε σε ροκ έκφραση και πότε σε ρίμες χιπ χοπ το έχουν καταλάβει. Ώρα να το καταλάβουν κι οι μεγαλύτεροι, πριν τους ξεπεράσει οριστικά η κοινωνία.

Φεγγαράκι μου λαμπρό φέγγε μου να περπατώ, κι αν δεν φέξεις χέστηκα έχω και φακό...
© Copyright 2007–2019 bouriblog.com. All Rights Reserved. V 4.0.3